ἐπωμίς

ἐπωμ-ίς, ίδος, , (ὦμος)
A the point of the shoulder, where it joins the collar-bone, Hp.Art.1, al., X.Mem.3.10.13, Gal.2.273, etc.; the adjacent part of the collar-bone, Poll.2.133 ; acc. to Arist.HA493a9, back part of the neck: pl., Id.Phgn.810b35.
2 Poet., shoulder, Achae.4, Call.Del.143, AP9.588 (Alc. Mess.).
3 part of a ship, Archimel. ap. Ath.5.209d (s.v.l.).
4 in pl., leaves of a folding-door, LXX Ez.41.2.
II part of the women's tunic that was fastened on the shoulder by brooches, shoulder-strap, E. Hec.558, Chaerem.14.2, Apollod.Car.4, IG11(2).287 A87 (iii B. C.); tunic of a rower, E.IT1404 ; the high-priest's ephod, LXX Ex.28.6, Ph.2.151, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπωμίς — the point of the shoulder fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επωμίς — η βλ. επωμίδα …   Dictionary of Greek

  • ἐπωμίδα — ἐπωμίς the point of the shoulder fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδας — ἐπωμίς the point of the shoulder fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδες — ἐπωμίς the point of the shoulder fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδι — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδος — ἐπωμίς the point of the shoulder fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίδων — ἐπωμίς the point of the shoulder fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίσι — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωμίσιν — ἐπωμίς the point of the shoulder fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εποπεύς — I Προσωνύμιο του Δία. Αντίστοιχες θεές ήταν η Επωμίς Άρτεμις και η Επωμίς Δήμητρα, στη Σικυώνα. II Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γίγαντας, ο οποίος είχε δώσει το όνομά του σε ηφαίστειο της Κάτω Ιταλίας. 2. Βασιλιάς της Λέσβου. Ερωτεύτηκε την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.